…η Ιστορία & το Ζάχαρη & Αλάτι

Τω καιρώ εκείνο – στα τέλη της δεκαετίας του ’20 δηλαδή – σε ένα μαγερικό της Αθήνας, ο Θανάσης Ζαχαρόπουλος από το Μωριά μπήκε να δοκιμάσει την καρυδόπιτα του καταστήματος και να γλυκαθεί. Είχε δεν είχε επιστρέψει μια βδομάδα από το Παρίσι που πήγε να μάθει…

την τέχνη της ζαχαροπλαστικής. Ήταν πολύ φυσικό λοιπόν να έχει υψηλές απαιτήσεις και να διαμαρτύρεται στον ιδιοκτήτη του μαγειρειού για τη χαμηλή ποιότητα του γλυκού του.

 Αυτή η καρυδόπιτα είναι απαράδεκτη…

Να αγιάσει το στόμα σου! πετάχτηκε από το διπλανό τραπέζι ο Ευάγγελος Καφούσης από τα Αλάτσατα της Μικρασίας. Γιατί είναι αυτός μεζές για ούζο;

Άμα δε σας αρέσει, να τα κάνετε εσείς καλύτερα. Είπε με κουτσαβάκικο ύφος ο Κάπελας.

Και βέβαια θα τα έκανα καλύτερα! είπανε με μια φωνή και πλέρια αυτοπεποίθηση ο Μωραίτης και ο Μικρασιάτης.Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Κάθισαν στο ίδιο τραπέζι ο Ζαχαρόπουλος και ο Αλατσατιανός, όπως έμελε να τον αποκαλούν όλοι τα επόμενα χρόνια.

Μπορεί τα γλυκά και οι μεζέδες να μη λένε πολλά, αλλά το κρασάκι είναι αρίστης ποιότητος. Συμφώνησαν και οι δυο.

Ο Θανάσης, γιος ζαχαροπλάστη και παραδοσιακός – παρά τη παριζιάνικη θητεία του – και ο Βαγγέλης γόνος εμπόρων αλλαντικών με ονομαστό μαγαζί στη Σμύρνη και φορέας πρωτοπωριακών ιδεών σχετικά με τη γαστρονομία, άρχισαν να συζητούν και τους πήρε το βράδυ. Μετά από οινοποσία και κουβέντα ωρών ο Ζαχαρόπουλος αναφώνησε:

Θα ανοίξουμε Μπιστρό σαν και αυτά τα παριζιάνικα! Εγώ θα κάμω τα γλυκά και εσύ τα αρμυρά!

Σύμφωνοι! απάντησε ο Καφούσης.

Δώσανε τα χέρια, τα οποία έμελε να μην χωριστούν ποτέ. Έτσι είπαν, έτσι έκαμαν. Βρήκαν ένα σπίτι με αυλή και λιακωτό και φτιάξαν ελληνοπρεπές μπιστρό, με γλυκό και αλμυρό. Και το όνομα αυτού: Ζάχαρη και Αλάτι!

Ζάχαρη από τα γλυκά και από το Ζαχαρόπουλος και αλάτι από τα αλμυρά και από τα Αλάτσατα, την πατρίδα του Καφούση. Σε ένα συμφώνησαν και οι δυό τους: οι Αθηναίοι δε γνωρίζουν από φαγητό, θα τους μάθουμε εμείς και θα θριαμβέυσωμεν!

Γιατί μωρέ, έχουν γνώσιν περί των πολιτικών; Διερωτήθηκε ο Ζαχαρόπουλος και συνέχισε: Αν είχαν, δε θα εψήφιζαν υπέρ αυτού του τρισκατάρατου του Βενιζέλου.

Ωχ! Μη μου πεις ότι είσαι από αυτούς τους Λαΐκούς; Και ήταν πραγματικά.

Ο Ζαχαρόπουλος Λαΐκός ως Πελλοπονήσιος και ο Αλατσατιανός φανατικός Βενιζελικός, όπως η συντριπτική πλειονότητα των Μικρασιατών.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα γλυκά του Θανάση και οι νοστιμιές του Βαγγέλη άρχισαν να προσελκύουν ολοένα και περισσότερους Αθηναίους. Το μενού διευρύνθηκε προκειμένου να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες.

Το «Ζάχαρη και Αλάτι» έγινε στέκι ποικίλων αποχρώσεων και ιδιαιτέρως πολιτικών αποχρώσεων.

Οι δύο φίλοι κράτησαν ανοιχτό το μαγαζί όλα αυτά τα χρόνια παρά τις διαφορετικές στάσεις τους έναντι των πολιτικών ανέμων που φύσηξαν στη χώρα.

Στη κατοχή ο Βαγγέλης οργανώθηκε στο ΕΑΜ, ενώ ο Ζαχαρόπουλος όπως ήταν φυσικό, όχι. Αργότερα όμως οι πολιτικές του επαφές στη μεταπολεμική εθνικοφροσύνη έσωσαν τον φίλο του από τις φυλακές και τα ξερονήσια. Έπειτα, ο ένας με τον Παπάγο, ο άλλος με τον Πλαστήρα.

Μετά, ο ένας με τον Καραμανλή και ο άλλος με την ΕΔΑ. Στη χούντα και οι δυό στον γύψο, αλλά στη μεταπολίτευση που ήταν και οι δυό παππούδια πια, ξαναχώρισαν οι δρόμοι τους. Σταθερά με τον Καραμανλή ο Μωραίτης, με τον Αντρέα πλέον ο Μικρασιάτης.

Αυτή η φιλία αποδείχτηκε φανταστική και διήρκεσε μέχρι σήμερα.

Ήταν τόσο φανταστική όσο και η ιστορία του «Ζάχαρη και Αλάτι Bistrot – Bar» που άνοιξε στην πραγματικότητα το 2011.

Advertisements